Πρόσωπα

Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Η συγκλονιστική ζωή της έγινε ταινία

Συντάκτης  | 

Το «Ευτυχία» καταγράφει τον βίο και την πολιτεία μιας γυναίκας που έγραψε δεκάδες εκπληκτικά τραγούδια για μια πλειάδα συνθετών και ερμηνευτών. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου πέθανε όμως πάμπτωχη.

Ο στίχος «Σαν πλοίο που ναυάγησε, σαν νούφαρο που μάδησε στης λίμνης μέσα το θολό νερό» σκιαγραφεί ίσως με τον καλύτερο τρόπο την ζωής μιας από τις μεγαλύτερες Ελληνίδες στιχουργούς. Γιατί η ζωή αυτής της γυναίκας έμοιαζε όντως με ένα ναυαγισμένο πλοίο. Ξέμεινε να σκουριάζει. Ή με ένα λουλούδι που άνθησε αλλά διαλύθηκε μέσα σε μια λίμνη θολή.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν μια γυναίκα με πάθη. Έζησε σε πολύ δύσκολα χρόνια. Έγινε ηθοποιός. Έκανε δυο γάμους και μπορούσε να «ζωγραφίζει» στο χαρτί λέξεις που έγιναν τραγούδια. Τα οποία δεν έσβησαν ποτέ. Η ταινία «Ευτυχία» σε σκηνοθεσία του Άγγελου Φραντζή, αποτυπώνει τα γεγονότα που σημάδεψαν την προσφυγοπούλα από το Αηδίνι της Μικράς Ασίας και έχει αρχίσει να συζητιέται πριν ακόμη προβληθεί.

Στην ταινία ζωντανεύει η μυθοστορηματική ζωή της γυναίκας που γεννήθηκε στους κόλπους μιας ευκατάστατης οικογένειας στην Μικρά Ασία. Την Ευτυχία υποδύονται η Κάτια Γκουλιώνη στα νεανικά της χρόνια και η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στην ώριμη ηλικία της.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε στο Aϊδίνι της Μικράς Ασίας. Αναγκάστηκε να έλθει στην Ελλάδα μετά την μικρασιατική καταστροφή το 1922. Η καρδιά της μάτωνε όταν περιέγραφε τις εικόνες φρίκης που έζησε κατά τη διάρκεια του διωγμού, για τις οποίες απέφευγε να μιλάει συχνά όσο ζούσε. «Μας ξεριζώνουν απ’ την ίδια μας τη γη. Ξαφνικά ακούγεται φοβερό βουητό, δίνεται το σύνθημα, αρχίζει το ποδοπάτημα, ποιος θα προλάβει να πρωτομπεί μες στο καράβι, σε σπρώχνουν, σε πονούν. Και έρχονται καράβια και μια θάλασσα άγρια σαν να θέλει να σε πνίξει κι αυτή μες στον καημό σου».

Είχε δύο κόρες, τη Μαίρη και την Καίτη. Πέθανε σε ηλικία 79 ετών, στις 7 Ιανουαρίου 1972. Έχοντας στο πλευρό της εγγονή της, Ρέα, που τη φρόντισε ως τα γεράματά της.

Ήταν μια από τις σπουδαιότερες στιχουργούς, που χάρη στο ταλέντο της τροφοδότησε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με μεγάλο αριθμό εξαίρετων δημιουργιών. Μερικές από αυτές θα παραμείνουν για πάντα άγνωστες. Μόνο ένα μικρό μέρος αυτών που έγραψε είναι καταχωρημένο στο όνομα της.

Τα τραγούδια

Η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την αναγνώριση του έργου της και για την είσπραξη δικαιωμάτων. Αποτέλεσμα ήταν παρά την επιτυχία των τραγουδιών της, να πεθάνει φτωχή.

Ζώντας μια έντονη και περιπετειώδη ζωή, στην Ελλάδα αρχικά σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός, δασκάλα και ποιήτρια. Αργότερα αναδείχθηκε σε σπουδαία λαϊκή στιχουργό. Ξεκίνησε να γράφει στίχους το 1948 εξαναγκαζόμενη από το προσωπικό της πάθος (χαρτοπαιξία). Έτσι άρχισε να τροφοδοτεί έναντι ευτελούς οικονομικής αμοιβής, όλους τους επώνυμους συνθέτες της εποχής της. Τα αριστουργηματικά τραγούδια που προέκυψαν ακούγονται μέχρι σήμερα!

«Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δεν θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, ας πούμε απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα», δήλωνε σε συνέντευξή της στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1960.

Μερικά τραγούδια της είναι: «Ηλιοβασιλέματα», «Περασμένες μου αγάπες», «Δυο πόρτες έχει η ζωή», «Φεύγω με πίκρα στα ξένα», «Γυάλινος κόσμος», «Θα βρω μουρμούρη μπαγλαμά», «Όνειρο απατηλό», «Στο τραπέζι που τα πίνω», «Στου Αποστόλη το κουτούκι», «Ρίξτε στο γυαλί φαρμάκι», «Μου σπάσανε το μπαγλαμά», «Ανεμώνα», «Αργά είναι πια αργά», «Λίγο-λίγο θα με συνηθίσεις», «Πήρα απ’ τη νιότη χρώματα», «Αν είναι η αγάπη έγκλημα», «Η διπρόσωπη», «Ένας αϊτός γκρεμίστηκε», «Συρματοπλέγματα βαριά», «Είμαι αετός χωρίς φτερά», «Τι έχει και κλαίει το παιδί», «Η Μαλάμω», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Του ντερβίση το πιοτό», «Τι να σου κάνει μια καρδιά».

Το ξεκίνημα

Η φυγή της από την Αττάλεια λίγο πριν την καταστροφή του 1922 την φέρνει στον Πειραιά. Εκεί που θα γνωρίσει τον πρώτο της σύζυγο, Κώστα Νικολαϊδη. Μαζί του θα αποκτήσει δυο κόρες, την Μαρία και την Καίτη. Το ζευγάρι τα φέρνει δύσκολα πέρα, κάνοντας διάφορες δουλειές. Η Ευτυχία παραδίδει μαθήματα ενώ γράφεται και στο Πανεπιστήμιο. Όμως το εντυπωσιακό της παρουσιαστικό δεν περνάει απαρατήρητο. Η πρόταση να παίξει στο θέατρο έρχεται σύντομα.

Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η γυναίκες είχαν συγκεκριμένη θέση. Έτσι, ήταν αναμενόμενο ο άντρας της να διαφωνεί κάθετα με αυτή την στροφή που έκανε. Τα σχόλια έδιναν και έπαιρναν για την “θεατρίνα” σύζυγο του. Έτσι δημιουργήθηκε μια απόσταση ανάμεσα στο ζευγάρι. Παράλληλα εκείνη αποθεώνεται στον θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και παίζει σε παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Το 1932 πεθαίνει ο άντρας της, εκείνη μετά από λίγο καιρό γνωρίζει τον συνταξιούχο αστυφύλακα Γιώργο Παπαγιαννόπουλο.

Οι στίχοι που σημάδεψαν το λαϊκό τραγούδι.

Παντρεύονται και μετακομίζουν μαζί με τις δύο κόρες της στον Κολωνό. Εκεί όπου έκανε μια νέα αρχή. Εκεί όπου πήγε να την βρει η μεγάλη Μαρίκα Νίνου. Ήταν ίσως η πρώτη που διέκρινε το ταλέντο της Ευτυχίας να γράφει αβίαστα ποιήματα με ρίμες. Ξεχείλιζαν από πάθος και λέξεις που έμεναν. Την φέρνει σε επαφή με τον Βασίλη Τσιτσάνη τον οποίο η Παπαγιαννοπούλου θαύμαζε. Αυτός μένει έκπληκτος από την δυναμική των στίχων της.

Μελοποιεί αμέσως το «Στα σκαλοπάτια σου εγώ γυρίζω» και ζητάει κι άλλα. Ενώ το όνομά της αρχίζει να συζητιέται και την προσεγγίζουν άμεσα όλοι οι μεγάλοι της εποχής. Σε μια συνέντευξη της το 1966 όταν ερωτάται πως εμπνέεται η απάντηση είναι καταλυτική: «Γράφω όταν με πνίγει μια παλιά θύμηση. Όταν με βαραίνει ο πόνος. Για μένα το γράψιμο είναι ένας τρόπος να ξεφύγω από τούτο το θλιβερό περιβάλλον. Στην ηλικία μου βλέπεις, ο άνθρωπος ζει με τις αναμνήσεις. Οι δικές μου είναι πολύ πικρές». Μέχρι τότε η Παπαγιαννοπούλου έχει δώσει τραγούδια στον Μάνο Χατζιδάκι-το περίφημο «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά»-στον Μανώλη Χιώτη, στον Στέλιο Καζαντζίδη, στον Απόστολο Καλδάρα και σε πολλούς άλλους.

Η απώλεια της κόρης της

Η απώλεια της κόρης της Μαίρης είναι αυτή που την σημαδεύει για πάντα. Έκτοτε δεν θα βγάλει από πάνω της τα μαύρα ρούχα και το μαύρο μαντήλι, με το οποίο την έχουν φωτογραφήσει. Μετά τον χαμό της βρίσκει καταφύγιο στα χαρτιά. Εντρυφώντας σε ένα πάθος που αποδεικνύεται καταστροφικό για την ζωή της, αφού παίζει ασταμάτητα. Όπως γράφτηκε τότε, πούλησε δεκάδες τραγούδια για λίγες δραχμές, προκειμένου να έχει λεφτά να παίξει πόκα αφού όπως έλεγε χαρακτηριστικά «το κουμ-καν το παίζουν οι ανιαρές κωλόγριες».

Υπέγραφε μάλιστα και χαρτί παραιτούμενη από τα πνευματικά της δικαιώματα. Όπως έλεγε σε φίλους σκάρωνε τα στιχάκια της για να έχει λεφτά για την τσόχα. Αυτή την αντισυμβατική προσωπικότητα και τα απίστευτα μελωδικά της πονήματα έγραψαν μια πολύ ξεχωριστή ιστορία στην ελληνική λαϊκή μουσική.

Αυτό μετέφερε στην μεγάλη οθόνη με το «Ευτυχία» ο σκηνοθέτης Άγγελος Φραντζής. Στο τρέιλερ της ταινίας ακούγεται το «Όνειρο τρελό» και η μοναδική φορά που μιλάει ηθοποιός είναι όταν ρωτάνε στην Ασφάλεια την Καρυοφυλιά Καραμπέτη το όνομα της και απαντάει: «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου».

Πηγή πληροφοριών: protothema| wikipedia