Τρικαλινή Παράδοση
 

Gossip

Duffy: δημοσίευσε λεπτομέρειες για την απαγωγή, την αιχμαλωσία και τον βιασμό της

Συντάκτης  | 

Η Ουαλή τραγουδίστρια Duffy το 2011, ξαφνικά χάθηκε από τη μουσική σκηνή και τα φώτα της δημοσιότητας. Τότε, βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας της. Φέτος, δέκα χρόνια μετά από την “εξαφάνιση” της, εμφανίστηκε ξανά. Εξηγώντας με μια μακροσκελή επιστολή της το λόγο που χάθηκε… 

Τη Duffy ίσος τη γνωρίζετε οι περισσότεροι από το τραγούδι “Mercy”, που την έκανε και γνωστή.

Εδώ και καιρό η τραγουδίστρια έχει αρχίσει και πάλι να εμφανίζετε, μιλώντας πολύ προσεκτικά. Σταδιακά αποκαλύπτει όλο και περισσότερες λεπτομέρειες για τον λόγο που την έκανε να χαθεί, την απαγωγή και τον βιασμό, αφήνοντας τους περισσότερους άναυδους.

Αποφάσισε πλέον να μιλήσει ανοικτά για τη νάρκωση, τον βιασμό και όσα έζησε φυλακισμένη από τον βιαστή της επί 4 εβδομάδες.

Με μια μακροσκελή και αναλυτική επιστολή στη σελίδα της και αναγράφοντας λόγια από την καρδιά της, αποκάλυψε αρκετές λεπτομέρειες τι νοιώθει και τι της συνέβη.

Παράλληλα διστακτική περιέγραψε λεπτομέρειες από αυτά που έζησε στα χέρια του βιαστή και απαγωγέα της.

Μεταξύ άλλων γράφει στην επιστολή της:

“Αναρτώ αυτές τις λέξεις που έγραψα πριν από μερικές εβδομάδες γιατί έχω κουραστεί να κρύβομαι. Να μη νιώθω ποτέ ελεύθερη. Είχα μπλεχτεί με την ιστορία μου σαν ένα σκοτεινό μυστικό. Με έκανε να είμαι μόνη μου και να νιώθω μόνη.

Αυτό που επίσης είναι δύσκολο να εξηγήσω είναι το ότι με το να κρύβομαι και να μη μιλώ επέτρεπα στον βιασμό να γίνει σύντροφος μου. Εγώ και αυτός ζούσαμε ως μια ύπαρξη, δεν ήθελα πια να νιώθω αυτήν την οικειότητα. Μια δεκαετία οικειότητας που ήταν καταστροφική. Έπρεπε να απελευθερωθώ. Πληγώθηκα και θα ήταν επικίνδυνο στο παρελθόν να μιλήσω από αυτή τη θέση, δίχως να νοιώθω έτοιμη.

Ανίκανη να κάνω αυτό που κάνω σήμερα, στο παρελθόν σκέφτηκα επίσης και έψαξα νόμους περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Με στόχο να αλλάξω το όνομά μου και να εξαφανιστώ σε άλλη χώρα. Και ίσως να γίνω ανθοπώλης ή κάτι τέτοιο, ώστε να μπορώ να αφήσω το παρελθόν πίσω μου. Δημιουργώντας μια νέα ζωή και να μην απασχολώ κανέναν με αυτό, να το κουβαλάω μόνη μου.

Επειδή όμως θα είχα σχεδόν χαθεί, ονειρευόμουν να έχω διαφορετικό κούρεμα, νέο όνομα, έναν φίλο και να ξεχαστώ έτσι για πάντα. Καθώς όμως περνούσε ο καιρός, προσπάθησα να σκεφτώ ρεαλιστικά. Δεν μπορούσα να συνεχίσω να κρύβομαι, και να το βλέπω αυτό τόσο συναρπαστικά, όπως έναν καφέ στο Παρίσι.

Από τότε που συνέβη αυτό το περιστατικό, αναστατωνόμουν κάθε φορά που σκεφτόμουν να μιλήσω ανοιχτά, ήμουν τρομοκρατημένη. Ο καιρός περνούσε και σταδιακά απομακρυνόμουν από το σημείο που ήμουν κάποτε, χρόνο με τον χρόνο. Όμως όσο περισσότερο το άφηνα, τόσο λιγότερο μπορούσα να βρω μια λύση σε κάτι που έβλεπα πως δεν μπορούσα να το ξεπεράσω. Κατά καιρούς σκεφτόμουν πως είχα νικηθεί και δεν μπορούσα ούτε να μιλήσω ούτε να το αντιμετωπίσω. Έτσι λοιπόν, ας συνεχίσω να εξαφανίζομαι και ας σβήσω τα φώτα στη ζωή μου.

Κάποιοι γνωστοί με προειδοποίησαν έντονα να μην σας πω αυτά που πρόκειται να σας πω.

Κάποιοι άλλοι υπονόησαν πως αν είχα οποιεσδήποτε ελπίδες να ξανακάνω μουσική έτσι θα εξαλειφθούν. Κάποιοι πάλι είπαν πως το κοινό θα με κατακρίνει, ενώ κάποιοι άλλοι πως θα με πουν εγωίστρια επειδή ο  βιαστής εξακολουθεί να είναι ασύλητος.

Όλα αυτά με έκαναν να καθυστερήσω να μιλήσω εβδομάδες πριν, και να είμαι ξαπλωμένη στο κρεβάτι  κοιτώντας το ταβάνι, ψάχνοντας να βρω κάποιο νόημα. Βάζω την ελευθερία μου πάνω από οποιονδήποτε λιθοβολισμό μπορεί να δεχθώ. Εάν καταστρέψω το μέλλον μου, θα το κάνω για να τιμήσω το παρελθόν μου.

Ο βιασμός με απογύμνωσε από τα ανθρώπινα μου δικαιώματά και ανακάλυψα μια ζωή με αυτονομία τον φόβο.  Έχει ήδη κλέψει το ένα τρίτο της ζωής μου. Βαθιά μέσα μου γνωρίζω ότι θα ήταν ντροπή και μεγάλη  απογοήτευση για εμένα απλά να με διαγράψω. Ξεχνώντας όλα όσα έζησα με τη μουσική δημοσιότητα.

Δεν ήταν λοιπόν μόνο το φορτίο μου, τόσοι πολλοί ακόμη ζούσαν επίσης με το μεγάλο ερώτημα “τι συνέβη”. Η δισκογραφική εταιρία, ατζέντηδες, διαφημιστές, δημοσιογράφοι, μουσικοί. Στυλίστες, κομμωτές, μακιγιέζ,  φωτιστές, παραγωγοί, συνεργάτες, άνθρωποι που θα συναντούσα, άνθρωποι που γνώριζα κάποτε. Κανείς, απολύτως κανείς, δεν ήξερε τι συνέβη. Απομακρύνθηκα από αυτούς που πραγματικά μπορούσα να εμπιστευτώ. Κυρίως δεν ήθελα να ενοχλήσω κανέναν με αυτό που είχα βιώσει. 

Εξιστόρησε τι της συνέβη ακριβώς…

“Ήταν τα γενέθλιά μου, με νάρκωσαν σε ένα εστιατόριο, ήμουν ναρκωμένη μετά για τέσσερις εβδομάδες και ταξίδεψα σε μια ξένη χώρα. Δεν μπορώ να θυμηθώ να ανεβαίνω σε αεροπλάνο και να με μεταφέρουν  με όχημα. Με έβαλαν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, ο δράστης επέστρεψε και με βίασε. Θυμάμαι τον πόνο και την προσπάθεια μου να διατηρήσω τις αισθήσεις μου στο δωμάτιο έπειτα από όσα συνέβησαν.  Έμεινα μαζί του άλλη μια μέρα, δε με κοίταζε, έπρεπε να περπατώ πίσω του, ήμουν μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου. Θα μπορούσε να με εξαφανίσει. Σκεφτόμουν να αποδράσω στην πλησιέστερη πόλη, όταν κοιμόταν, αλλά δεν είχα χρήματα και φοβόμουν ότι θα καλούσε την αστυνομία επειδή το έσκασα και μπορεί να με αναζητούσαν ως αγνοούμενη. Δεν ξέρω πού βρήκα τη δύναμη να αντέξω αυτές τις μέρες, ένιωθα την παρουσία από κάτι που με βοηθούσε να μείνω ζωντανή. Πέταξα πίσω μαζί του,  έμεινα ήρεμη και όσο πιο φυσιολογική γινόταν, όσο μπορεί κάποιος σε μια κατάσταση σαν αυτή. Και  όταν γύρισα στο σπίτι μου, κάθισα, ζαλισμένη, σαν ζόμπι. Ήξερα ότι η ζωή μου ήταν σε άμεσο κίνδυνο, μου είχε πει ότι ήθελε να με σκοτώσει. Με την λίγη δύναμη που μου είχε απομείνει, το ένστικτό μου μου έλεγε να τρέξω και να βρω ένα μέρος να ζήσω όπου δεν θα έβρισκε.

Σε αυτές τις τέσσερις εβδομάδες ο δράστης με νάρκωσε και στο σπίτι μου. Δεν ξέρω αν με βίασε και εκεί σε αυτό το διάστημα. Θυμάμαι μόνο να γυρίζω με ένα αυτοκίνητο μια ξένη χώρα και την απόδραση μου που ακολούθησε μερικές μέρες μετά από αυτό. Δεν ξέρω γιατί δεν ήμουν ναρκωμένη στο εξωτερικό. Υποθέτω πως μου είχε δώσει οπιούχα ναρκωτικά και με κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ταξιδέψει.

Η επιστροφή

Έπειτα από αυτό που έγινε, κάποιος γνωστός μου ήρθε στο σπίτι μου και με είδε να κάθομαι στο  μπαλκόνι και να κοιτάζω στο κενό, τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Δεν θυμάμαι να γυρίζω σπίτι. Ο άνθρωπος αυτός μου είπε ότι ήμουν κίτρινη και ότι ήμουν σαν νεκρή. Ήταν προφανώς φοβισμένος αλλά δεν ήθελε να παρέμβει, δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο.

Έπειτα από όλα αυτά, δεν ένιωθα ασφαλής να πάω στην αστυνομία. Ένιωθα ότι αν κάτι πάει στραβά θα ήμουν νεκρή, θα με σκότωνε. Δεν μπορούσα να ρισκάρω να κακοποιηθώ ή να δημοσιοποιηθεί η ιστορία μου, κατά το διάστημα που κινδυνεύω. Πραγματικά έπρεπε να ακολουθήσω αυτό το ένστικτό που είχα. Το έχω πει σε δύο γυναίκες αστυνομικούς τα τελευταία δέκα χρόνια, κατά τη διάρκεια κάποιων απειλητικών συμβάντων, έχει καταγραφεί.

Και καθώς θρηνούσα για το “τι μπορεί να έχω κάνει ώστε να μου το προκαλέσω αυτό”, διάβασα κάτι που έλεγε “στο τέλος, δεν είναι ποτέ μεταξύ αυτών και εσένα, είναι πάντα μεταξύ αυτών και του Θεού”. Αυτό με βοήθησε πολύ στην απουσία της δικαιοσύνης.” 

Η τραγουδίστρια ανέφερε επίσης πως σκέφτηκε να αυτοκτονήσει και αναγκάστηκε να πάει να μιλήσει σε ψυχολόγο, πως δεν ήθελε να δει κανέναν, πως έκαιγε τα ρούχα της, πως κούρεψε τα μαλλιά της και πολλές άλλες λεπτομέρειες. Επίσης τον λόγο για τον οποίο τώρα πλέον κοινοποίησε την ιστορία της.

Μπορείτε να διαβάσετε όλη την επιστολή