Γενικά
Πολυτεχνείο: Γιατί γιορτάζεται η 17 Νοέμβρη (+video)
Η κατάληψη στο Πολυτεχνείο το 1973 και η “εξέγερση” των φοιτητών, ήταν μια μαζική διαδήλωση. Οι αντιδράσεις όμως των φοιτητών κατά της Χούντας των συνταγματαρχών, είχαν ξεκινήσει ήδη από την αρχή του έτους.
Η μαζική εξέγερση των φοιτητών το 1973 ξεκίνησε σταδιακά πολλούς μήνες πριν, από τον Φεβρουάριο του 1973. Οι διαδηλώσεις ουσιαστικά κορυφώθηκαν στις 14 Νοεμβρίου 1973 με την κατάληψη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Αθηνών.
Τα κύρια αιτήματα φοιτητών και σπουδαστών, ήταν η διεξαγωγή ελεύθερων φοιτητικών εκλογών και η κατάργηση του νόμου στράτευσης των φοιτητών.
Η αρχική πορεία κλιμακώθηκε με αποτέλεσμα την κατάληψη του ΕΜΠ, από πολλούς φοιτητές, οδηγώντας στην αιματοχυσία της 17ης Νοεμβρίου με την καταστολή της εξέγερσης.
Φοιτητές στη Νομική και το Πολυτεχνείο εκείνη την περίοδο είπαν αργότερα:
“Εκείνο το διάστημα, τον Νοέμβριο του 1973, δεν ίσχυε πλέον στην Ελλάδα ο πολύ αυστηρός στρατιωτικός νόμος. Εάν ίσχυε δεν θα είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε συστηματικές διαδηλώσεις. Τα πράγματα είχαν χαλαρώσει ελαφρός. Οι στρατιωτικοί που μέχρι τον Οκτώβριο του 1973 αποτελούσαν τη Χούντα, είτε είχαν αποστρατευθεί έως τότε σταδιακά, είτε, όσοι ήσαν ακόμη εν ενεργεία, είχαν επιστρέψει στις μονάδες τους.
Εκείνο το διάστημα, είχε αποχωρήσει ο Παπαδόπουλος και υπήρχε υπηρεσιακή Κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον Πολιτικό Σπύρο Μαρκεζίνη. Η Κυβέρνηση Μαρκεζίνη είχε προκηρύξει και εκλογές, για τον Φεβρουάριο του 1974. Η κατάληψη του Πολυτεχνείου τελικά, δεν “έριξε” την Χούντα όπως πολλοί υποστηρίζουν, αντιθέτως, οδήγησε στην στυγνή Δικτατορία του Ιωαννίδη και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974″.
Η δικτατορία του 1967/1974
Οι εξέγερση των φοιτητών
Τον Φεβρουάριο του 1973 ξεκίνησε η αντιχουντική δράση των φοιτητών. Οι φοιτητές ζητούσαν την ανάκληση του νόμου 1347, που επέβαλε την υποχρεωτική στράτευση των «αντιδραστικών νέων». Αφορμή ήταν η στρατολόγηση με τη βία και παρά τη θέλησή τους 88 συμφοιτητών τους.
Στις 5 Φεβρουαρίου 1973 έγινε αποχή από τα μαθήματά στο Πολυτεχνείο και στις 13 Φεβρουαρίου έγινε διαδήλωση μέσα στον χώρο όπου επενέβη η αστυνομία παραβιάζοντας το πανεπιστημιακό άσυλο και συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη έντεκα φοιτητές.
Αμέσως ακολούθησε στις 21 Φεβρουαρίου η πρώτη μαζική φοιτητική διαμαρτυρία ενάντια στη χούντα και 3.000 φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στη οδό Σόλωνος, στο κέντρο της Αθήνας.
Από την ταράτσα του κτιρίου της Νομικής όλοι μαζί απαγγέλλουν έναν όρκο:
«Εμείς οι φοιτητές των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, ορκιζόμαστε στο όνομα της ελευθερίας, να αγωνισθούμε μέχρι τέλους για την κατοχύρωση “των ακαδημαϊκών ελευθεριών”, “του πανεπιστημιακού ασύλου” και “της ανακλήσεως όλων των καταπιεστικών νόμων και διαταγμάτων”».
Η αστυνομία έλαβε εντολή να επέμβει και πολλοί φοιτητές που βρισκόταν στους γύρω δρόμους υπέστησαν αστυνομική βία, αλλά το πανεπιστημιακό άσυλο δεν παραβιάστηκε.
Τα γεγονότα στη Νομική όμως ήταν ο προάγγελος της εξέγερσης του Πολυτεχνείου!
Τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο
Μεταξύ Φεβρουαρίου και Νοεμβρίου υπήρξαν πολλές αντιδράσεις και διαδηλώσεις για διάφορα γεγονότα. Όμως 11 μήνες μετά τα γεγονότα στην Νομική, στις 14 Νοεμβρίου 1973, φοιτητές του Πολυτεχνείου και σπουδαστές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο της σχολής και αποφάσισαν την αποχή τους από τα μαθήματα.
Αυτή η ενέργεια σηματοδότησε την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων και είχε ως κύριο αίτημα τη διεξαγωγή εκλογών για τους φοιτητικούς συλλόγους.
Η κατάληψη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν πόλο αντιφασιστικού αγώνα με χιλιάδες ανθρώπους να συσπειρώνονται φωνάζοντας συνθήματα όπως «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία» και «Έξω οι Αμερικάνοι».
Η αποχή μετατράπηκε σε μια αντιδικτατορική εξέγερση όπου συμμετείχαν εργάτες, οικοδόμοι, απλοί πολίτες, μαθητές λυκείου και αγρότες.
Στις 16 Νοεμβρίου, έπειτα από απειλές, πάρα πολλοί “ταμπουρώθηκαν” μέσα στο Πολυτεχνείο επί της οδού Πατησίων, αυτοαποκαλούμενοι ως «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι». Εκεί ξεκίνησαν τη λειτουργία του “ελεύθερου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου” με στόχο να μιλούν ελεύθερα για τα αιτήματά τους και να δηλώνουν την αντίσταση τους στη χούντα.
Ο ραδιοφωνικός πομπός κατασκευάστηκε από τον Γιώργο Κυρλάκη στα εργαστήρια της σχολής Ηλεκτρολόγων Μηχανικών, μέσα σε λίγες ώρες. Εκφωνητές ήταν η Μαρία Δαμανάκη, ο Δημήτρης Παπαχρήστος και ο Μίλτος Χαραλαμπίδης.
«Εδώ Πολυτεχνείο! Εδώ Πολυτεχνείο!»
Από τις 14 Νοεμβρίου μέχρι και τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου γύρο από το Πολυτεχνείο στήθηκαν οδοφράγματα και διεξήχθησαν οδομαχίες μεταξύ εξεγερμένων και αστυνομίας.
Οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια και οι εκδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς της Χούντας κορυφώθηκαν στην Αθήνα, αλλά συνθήκες εξέγερσης δημιουργήθηκαν και στη Θεσσαλονίκη, ενώ ακολούθησαν και σε άλλες πόλης της επαρχίας.
Πριν από την εισβολή του στρατού στο Πολυτεχνείο, τη νύχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ομάδα της νεοναζιστικής οργάνωσης (χουντικών νεολαίων) Κ4Α (Κόμμα 4ης Αυγούστου) που είχαν συγκεντρωθεί από το πρώτο βράδυ των γεγονότων, μαζεύτηκε έξω από τα γραφεία της οργάνωσης στη διασταύρωση των οδών Μπουμπουλίνας και Αλεξάνδρας.
Μεταξύ τους υπήρχε ο Νίκος Μιχαλολιάκος, ιδρυτής στην πορεία του κόμματος Χρυσή Αυγή, καθώς και ο “δολοφόνους του Πολυτεχνείου” Ηλίας Τσιαπούρης, που με άλλους παρακρατικούς πυροβολούσαν διαδηλωτές από την ταράτσα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως.
Η ομάδα αυτή διασκορπίστηκε, ωστόσο, μετά την επίθεση ενός αγήματος αστυνομικών που δεν είχε αντιληφθεί την ταυτότητά τους και τον κοινό σκοπό τους.
Το ξημέρωμα της 17ης Νοεμβρίου
Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου 1973, στο Πολυτεχνείο, και ενώ οι διαπραγματεύσεις για ασφαλή αποχώρηση των φοιτητών από το χώρο του Πολυτεχνείου βρίσκονταν σε εξέλιξη, αποφασίστηκε από την μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού.
Ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή, γκρέμισε την κεντρική πύλη. Κατά την είσοδο του άρματος, υποστηρίζεται η φήμη, χωρίς να έχει αποδειχθεί, ότι συνεθλίβησαν 2–3 φοιτητές που βρίσκονται πίσω από την πύλη (γεγονός «πιθανό αλλά ανεπιβεβαίωτο» σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά). Επίσης, από τα συντρίμμια τραυματίστηκε σοβαρά, με συντριπτικά κατάγματα στα πόδια, η τότε φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου.
Ο σταθμός του Πολυτεχνείου έκανε εκκλήσεις στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής.
Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Η πτώση της πύλης ακολουθήθηκε από την είσοδο μιας μονάδας ενόπλων στρατιωτών των ΛΟΚ που οδήγησαν τους φοιτητές, χωρίς βια, έξω από το Πολυτεχνείο, μέσω της πύλης της οδού Στουρνάρη.
Οι αστυνομικές δυνάμεις που περίμεναν στα δυο πεζοδρόμια της Στουρνάρη επιτέθηκαν στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν (σύμφωνα και με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά) να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές.
Πολλοί φοιτητές βρήκαν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας άνοιξαν πυρ από γειτονικές ταράτσες, ενώ άνδρες της ΚΥΠ καταδίωξαν τους εξεγερθέντες.
Οι εκφωνητές του σταθμού του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν για 40 λεπτά μετά την έξοδο, οπότε συνελήφθησαν.
Τα θύματα του Πολυτεχνείου
Στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα. Με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα.
Οι εφημερίδες αρχικά δεν ανέγραψαν όλα τα θύματα (νεκρούς και τραυματίες).
Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εξέγερση τόσο εντός, όσο και εκτός Αθηνών.
Η πρώτη επίσημη καταγραφή για το Πολυτεχνείο του 1973 έγινε τον Οκτώβριο του 1974, από τον εισαγγελέα Δημήτρη Τσεβά, που εντόπισε 18 “επίσημους ή πλήρως βεβαιωθέντες” νεκρούς και 16 άγνωστους, δηλαδή 34 θύματα. Ένα χρόνο αργότερα, ο αντιεισαγγελέας εφετών Ιωάννης Ζαγκίνης έκανε λόγο για 23 νεκρούς, ενώ κατά τη διάρκεια της δίκης που ακολούθησε προστέθηκε ακόμη ένας.
Οι πρώτες δημοσιογραφικές προσπάθειες για την καταγραφή των γεγονότων μιλούσαν για 59 νεκρούς ή και 79 θύματα, με βάση τον κατάλογο Γεωργούλα.
Έπειτα, σύμφωνα με έρευνα του Διευθυντή Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Λεωνίδα Καλλιβρετάκη το 2003, ο αριθμός των επωνύμων νεκρών ανέρχονταν σε 24, ενώ αυτός των νεκρών αγνώστων στοιχείων σε 16.
Στη συνέχεια ο Χρήστος Λάζος υποστήριξε ότι οι νεκροί αυτής της μέρας γενικότερα είναι 83 ή ίσως περισσότεροι, ανάμεσά τους ο 19χρονος Μιχάλης Μυρογιάννης, ο μαθητής λυκείου Διομήδης Κομνηνός καθώς και ένα πεντάχρονο αγόρι που σκοτώθηκε από πολυβόλο όπλο στην περιοχή Ζωγράφου.
Επιπλέον, εκτός των νεκρών, σύμφωνα με εκτιμήσεις ήταν χιλιάδες οι τραυματίες.















