Γονείς & Οικογένεια
“Δεν θέλω να πάω σχολείο”: Η άρνηση στα παιδιά και το άγχος αποχωρισμού
Το σχολείο για τα περισσότερα παιδιά δεν σημαίνει άγχος αποχωρισμού, αλλά το να συναντούν παλιούς και καινούριους φίλους είναι μια ευχάριστη εμπειρία, την οποία περιμένουν με αγωνία κάθε Σεπτέμβρη.
Το σχολείο για κάποια παιδιά, ωστόσο, επιφέρει άγχος αποχωρισμού και αυτό μπορεί να διαφέρει. Εγείρει φόβο, άρνηση και στρες λόγω του αποχωρισμού τους από τους γονείς, το σπίτι και το πώς θα μπορέσουν να ενταχθούν στην ομάδα επισυνάπτοντας σχέσεις με συνομηλίκους.
Ποιες είναι οι βασικές πληροφορίες σχετικά με το άγχος αποχωρισμού
Η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο παιδί και τη μητέρα μπορεί να περιγραφεί με σαφήνεια μέσα από τη θεωρία της προσκόλλησης.
Το 1958, ο Βρετανός ψυχίατρος John Bowlby εισήγαγε τον όρο της προσκόλλησης για να περιγράψει την πρώτη διαπροσωπική σχέση που διαμορφώνει το άτομο. Αυτή εμπεριέχει έντονα συναισθήματα και θυμικές αντιδράσεις αποτελώντας το πρωτότυπο πάνω στο οποίο στηρίζονται όλες οι μετέπειτα διαπροσωπικές σχέσεις του παιδιού. Οι δύο χαρακτηριστικότερες αντιδράσεις της προσκόλλησης είναι το άγχος του βρέφους για τα ξένα πρόσωπα, το οποίο εμφανίζεται περίπου στον 7ο μήνα της ζωής και το άγχος του αποχωρισμού που εμφανίζεται στο τέλος του πρώτου χρόνου.
Το βρέφος, λοιπόν, προσπαθεί με κάθε τρόπο να βρίσκεται κοντά στη μητέρα του και δυσφορεί όταν εκείνη απομακρύνεται. Φωνάζει, κλαίει, καρφώνει το βλέμμα του στην πόρτα, προσπαθεί να ανοίξει την πόρτα και κλωτσάει την πόρτα. Μετά από λίγο εγκαταλείπει την προσπάθεια, νιώθει απελπισία και αδιαφορεί για τα παιχνίδια που όσο ήταν η μητέρα παρούσα απολάμβανε.
Το άγχος αποχωρισμού κορυφώνεται μεταξύ του 13ου και του 18ου μήνα, ενώ στη συνέχεια μειώνεται σταδιακά, ωσότου να εξαλειφθεί.
Αυτό είναι κάτι επιθυμητό και απαραίτητο για την μετέπειτα ψυχοκοινωνική προσαρμογή του παιδιού. Εξαρτάται ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, από τις αντιδράσεις των γονέων. Για παράδειγμα, εάν η μητέρα, για να αποφύγει την ένταση που θα δημιουργηθεί από τις διαμαρτυρίες του παιδιού παραμένει συνέχεια στο σπίτι, ενισχύει τη διαιώνιση του. Ενώ εάν φεύγει, με διάφορα τεχνάσματα ώστε «να μην το καταλάβει το παιδί», ενισχύει τον φόβο ότι οι άλλοι θα το εγκαταλείψουν.

Οι ενδείξεις ότι το άγχος αποχωρισμού συνεχίζει να υφίσταται είναι σωματικές, γνωστικές και συμπεριφορικές.
- Τα σωματικά συμπτώματα περιλαμβάνουν στομαχικούς πόνους, πονοκέφαλο, κούραση ή εξάντληση, κλάμα, αδυναμία φώνησης αλλά και περιστατικά επεισοδιακής επιθετικότητας.
- Τα γνωστικά συμπτώματα από την άλλη περιλαμβάνουν υπερβολικές και αγχογόνες σκέψεις σχετικά με τον εαυτό ή/ και τους γονείς, φόβο ότι θα νοσήσουν οι γονείς από κάποια ασθένεια, φόβος ότι θα απαγάγουν το παιδί και γενικότερα φόβο ότι κάτι θα συμβεί και το παιδί «θα χάσει» τους γονείς.
- Τέλος, στα συμπεριφορικά συμπτώματα συμπεριλαμβάνονται η άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο (είτε το παιδί δεν πηγαίνει καθόλου, είτε πηγαίνει, αλλά καθυστερεί, έχει ξεσπάσματα θυμού και φεύγει νωρίτερα). Η άρνηση του παιδιού να μένει μόνο του, επαναλαμβανόμενοι εφιάλτες σχετικά με τον αποχωρισμό και τελικά, αποφυγή οποιασδήποτε κατάστασης «απειλεί» να του προκαλέσει αυτά τα συναισθήματα.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για αυτό
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, αυτό που βοηθάει το παιδί είναι η σταθερότητα των γονέων, η σαφήνεια σε αυτά που συμφωνούν μαζί του αλλά και η ενσυναίσθηση τους απέναντι σε αυτό που βιώνει.
Κάποιες χρήσιμες στρατηγικές των γονέων πριν ξεκινήσει το σχολείο μπορούν να είναι οι παρακάτω…
Εξάσκηση στον αποχωρισμό.
Απουσία των γονέων για μικρά χρονικά διαστήματα, ολοένα αυξανόμενα, ώστε το παιδί να μαθαίνει να διαχειρίζεται σταδιακά το άγχος του αποχωρισμού.
Ενημέρωση ότι οι γονείς θα λείψουν και πότε θα επιστρέψουν.
Είναι σημαντικό οι γονείς να μην “εξαφανίζονται” ξαφνικά αλλά να ενημερώνουν το παιδί από πριν εάν και πότε θα φύγουν. Επίσης, να επιστρέφουν στον χρόνο που του έχουν πει, ώστε να καλλιεργήσουν την εμπιστοσύνη.
Σταθερότητα και συνέπεια ως προς το άτομο που προσέχει το παιδί όταν απουσιάζουν οι γονείς και σταθερότητα ως προς τον χώρο.
Είναι προτιμότερο να φυλάξει κάποιος το παιδί στο σπίτι του. Εάν πρέπει να μετακινηθεί σε άλλο χώρο, μπορεί να έχει κάποια οικεία αντικείμενα μαζί του
Σταθερά όρια προς το παιδί.
Προσπαθούμε να μην ενδίδουμε στις απαιτήσεις του, το καθησυχάζουμε πως όλα θα πάνε καλά, ενώ δεν αλλάζουμε το πρόγραμμα που έχουμε συμφωνήσει μαζί του.
Εάν έχετε τα παραπάνω ως βάση, το παιδί σας θα προσαρμοστεί πιο εύκολα στο σχολείο και θα κατανοήσει την έννοια και τη χρησιμότητα του νέου προγράμματος του.
Επίσης, θα καθησυχαστεί σταδιακά, διαπιστώνοντας ότι δεν έχει συμβεί κάτι στους γονείς κατά την απουσία του ούτε έχει αλλάξει η μεταξύ τους σχέση.
Μέσα από τη διαδικασία αυτή, θα μάθει με βιωματικό τρόπο να αναπτύσσει σχέσεις με τα άλλα παιδιά και με ενηλίκους στην πορεία. Μεγαλώνοντας θα κατανοήσει ότι όσο σημαντική είναι η εγγύτητα σε μια σχέση άλλο τόσο σημαντική είναι και η αυτονομία για την εξέλιξη και του ίδιου του ατόμου αλλά και της σχέσης.
Παράλληλα με το παιδί, είναι σημαντικό και οι ίδιοι οι γονείς να μπορούν να έχουν προσωπικό χρόνο και να ελέγχουν την τάση τους για «υπερπροστασία» του παιδιού. Έτσι, αφενός θα του επιτρέψουν να αυτονομηθεί, αφετέρου θα διαχειριστούν σταδιακά και τους δικούς τους φόβους σχετικά με τον αποχωρισμό, τους οποίους είναι πιθανό να κρατούν ως «οικογενειακό κειμήλιο».
Συχνά, χωρίς να το συνειδητοποιούν, αυτό είναι το αποτέλεσμα της δικής τους προσκόλλησης με τους δικούς τους γονείς και της επίλυσης ή μη του δικού τους άγχους αποχωρισμού.










