Πρόσωπα

Παύλος Σιδηρόπουλος: Η βαριά κληρονομιά, η ζωή και η καριέρα του

Συντάκτης  | 

 © pavlos-sidiropoulos.gr

Η ζωή και η πορεία του Παύλου Σιδηρόπουλου. Από τη βαριά πνευματική κληρονομιά της Έλλης Αλεξίου και του Ζορμπά, μέχρι την καθιέρωσή του ως το απόλυτο σύμβολο της ελληνικής ροκ.

 

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος δεν ήταν ένας τυχαίος επαναστάτης. Ήταν ένα καλλιεργημένο παιδί που επέλεξε την ηλεκτρική κιθάρα για να αναμετρηθεί με τους δαίμονές του.

Υπάρχουν καλλιτέχνες που απλώς ερμηνεύουν τραγούδια και υπάρχουν προσωπικότητες που γίνονται οι ίδιοι τα τραγούδια τους. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Δεκαετίες μετά τον θάνατό του, παραμένει το απόλυτο σύμβολο της ελληνικής ροκ σκηνής. Όχι μόνο για τη μουσική του, αλλά για την ασυμβίβαστη στάση του και την ευγένεια που τον χαρακτήριζε μέχρι την τραγική του κατάληξη.

Η βαριά κληρονομιά

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1948 στην Αθήνα. Μεγάλωσε σε ένα σπίτι-φυτώριο πολιτισμού, κουβαλώντας μια βαριά πνευματική κληρονομιά.

Ήταν εγγονός της σπουδαίας παιδαγωγού Έλλης Αλεξίου και δισέγγονος του Γιώργη Ζορμπά, του ανθρώπου που ενέπνευσε τον Νίκο Καζαντζάκη.

Ο Παύλος ήταν γιος του Κώστα Σιδηρόπουλου και της Τζένης Αλεξίου. Ο πατέρας του ήταν γόνος εύπορης οικογένειας καπνεμπόρων από τον Πόντο και εγγονός του Ζορμπά. Η μητέρα του, Τζένη, ήταν η κόρη της Έλλης Αλεξίου. Μέσω της γιαγιάς του, ο Παύλος συνδεόταν στενά και με τη Γαλάτεια Καζαντζάκη που ήταν αδερφή της γιαγιάς του Έλλης.

 © pavlos-sidiropoulos.gr

Αυτό το πνευματικό υπόβαθρο η μόρφωση του και η παιδεία, τον έκαναν να ξεχωρίζει. Αν και το 1967 πέρασε στο Μαθηματικό του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), τον κέρδισε η ροκ σκηνή και μετά το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα.

Ο Σιδηρόπουλος δεν βρέθηκε στον δρόμο και έγινε “αλήτης” από ανάγκη, αλλά από άποψη. Ήταν ένας εύπορος και καλλιεργημένος άνθρωπος που επέλεξε συνειδητά το περιθώριο, θέλοντας να κοντράρει τον καθωσπρεπισμό της εποχής του.

© pavlos-sidiropoulos.gr

Από τα «Μπουρμπούλια» στο «Σπυριδούλα»

Η καριέρα του ξεκίνησε το 1970 από τη Θεσσαλονίκη, όπου μαζί με τον Παντελή Δεληγιαννίδη δημιούργησαν το ντουέτο «Δάμων και Φιντίας». Το 1972 ενώθηκαν με το συγκρότημα «Μπουρμπούλια», πειραματιζόμενοι με ένα πρωτόγνωρο πάντρεμα ροκ και ελληνικών στοιχείων.

Η χρυσή του κίνηση, όμως, έγινε το 1978, όταν συνεργάστηκε με το συγκρότημα «Σπυριδούλα» και κυκλοφόρησαν τον δίσκο «Φλου». Ένας δίσκος-σταθμός που άλλαξε την ιστορία της ελληνικής ροκ μουσικής.

Τραγούδια όπως τα «Ο Μπάμπης ο Φλου», «Ξεσπάσματα» και «Στην Κ.» (γραμμένο για την τότε κοπέλα του) έδωσαν φωνή στην υπαρξιακή αγωνία μιας νεολαίας που έψαχνε την ταυτότητα της μετά τη Μεταπολίτευση.

© pavlos-sidiropoulos.gr

Η επαφή του με τον κινηματογράφο

Το 1979 έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο ως πρωταγωνιστής στην ταινία του Αντρέα Θωμόπουλου «Ο Ασυμβίβαστος» όπου υποδύθηκε έναν ρόλο που έμοιαζε με τον ίδιο. Ταυτόχρονα  ερμήνευσε και τα τραγούδια της ταινίας, όπως το “Να μ’ αγαπάς” και “Κάποτε θα ‘ρθουν”.

Το «Να μ’ αγαπάς» αρχικά το θεώρησε πολύ «εμπορικό», αλλά τελικά έμελλε να γίνει ο ύμνος της ευαίσθητης ψυχής του.

Σε συνέντευξή του είχε πει:

«Μια μέρα, με πήρε τηλέφωνο ο Αντρέας και μου είπε “Έχω γράψει ένα έργο για πάρτη σου, μοιάζει πολύ με τη ζωή σου.” Η αλήθεια είναι ότι εγώ το βρήκα το σενάριο λίγο μελό. Ο Αντρέας μου επεσήμανε ότι στην πορεία θα το άλλαζε και θα το έκανε πιο πειστικό και ανθρώπινο, αλλά τελικά δεν το έκανε. Ομολογώ ότι συμμετείχα στην ταινία με μαύρη καρδιά».

 

Σκηνή με τον Παύλο Σιδηρόπουλο στην ταινία “ο Ασυμβίβαστος”

Οι Απροσάρμοστοι

Από το 1980 και μετά, ο Παύλος βρίσκει τη μουσική του οικογένεια στους Απροσάρμοστους.

Οι Οδυσσέας Γαλανάκης και Βασίλης Πετρίδης στην κιθάρα, ο Αλέκος Αράπης (στενός του φίλος) στο μπάσο, ο Κυριάκος Δαρίβας στα τύμπανα και ο Λουκάς Γκέκας στα πλήκτρα, έγιναν οι συνοδοιπόροι του στην πιο ώριμη αλλά και πιο «ηλεκτρισμένη» δεκαετία της ζωής του. Μαζί τους «όργωσε» τις σκηνές του Ροντέο και του Κυττάρου, σμιλεύοντας έναν ήχο συμπαγή και αληθινό.

Το 1982 κυκλοφόρησαν το δίσκο «Εν Λευκώ», το 1985 σε παραγωγή Δημήτρη Πουλικάκου το δίσκο «Zorba the freak» και το 1989 το «Χωρίς Μακιγιάζ» που ήταν ζωντανά ηχογραφημένος στο «Μετρό». Οι Απροσάρμοστοι δεν ήταν απλώς η μπάντα του, έγιναν η οικογένειά του που στάθηκαν δίπλα του στη ζωή και τις ηχογραφήσεις. Ήταν αυτοί που βίωσαν τις εξάρσεις και τις σιωπές του «Πρίγκιπα της ελληνικής ροκ» και τον κράτησαν όρθιο στη σκηνή μέχρι το τέλος.

Παραμένοντας πιστοί στον ήχο και τη φιλοσοφία του ακόμα και μετά το θάνατό του.

© pavlos-sidiropoulos.gr

Η λογοκρισία του «Εν Λευκώ»

Το 1982, με τους Απροσάρμοστους κυκλοφόρησε τον δίσκο «Εν Λευκώ», την πιο ειλικρινή «εξομολόγηση» που ακούστηκε ποτέ στην ελληνική μουσική. Ο δίσκος ήρθε αντιμέτωπος με τη σκληρή κρατική λογοκρισία της εποχής.

Θεωρήθηκε προσβολή της δημοσίας αιδούς και του «πετσόκοψαν» τα τραγούδια θεωρώντας τα προτροπή στη χρήση ναρκωτικών. Πολλοί ήταν αυτοί που συμφώνησαν με την αντίληψη αυτή και ο Σιδηρόπουλος εξοργίστηκε.

Στην πραγματικότητα, μέσα από τα τραγούδια του (όπως το «Ή») έκανε μια «ωμή περιγραφή» της κόλασης που βίωνε ο ίδιος και οι άλλοι χρήστες.

Για αυτόν, οι στίχοι όπως «άντεργκράουντ με στρας» δεν ήταν διαφήμιση των ναρκωτικών, αντιθέτως, ήταν η αποτύπωση της απόγνωσης της οποίας προκαλούν.

Τότε ο «Πρίγκιπας» άρχισε να νιώθει αποξενωμένος και περιτριγυρισμένος από έναν κόσμο που τον ήθελε μόνο ως είδωλο και όχι ως έναν μορφωμένο και σκεπτόμενο άνθρωπο που «φωνάζει» για το πόσο υποφέρει.

© pavlos-sidiropoulos.gr

Γιόλα Αναγνωστοπούλου, ο έρωτας «ναρκωτικό»

Αν ο δίσκος «Φλου» ήταν η γέννηση του μύθου του, η συνάντηση με την Γιόλα ήταν η αρχή του τέλους του.

Στη ζωή του Παύλου Σιδηρόπουλου, ο έρωτας και η καταστροφή αντικατοπτρίζονταν μόνο σε ένα πρόσωπο, την Γιόλα Αναγνωστοπούλου.

 (1978) Φωτογραφία Τόλης Μαστρόκαλος

Γνωρίστηκαν τα Χριστούγεννα του 1977 στο μπαρ «Σφίγγα» στη Διδότου, στα Εξάρχεια και ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος. Η σχέση τους ήταν μια μόνιμη δίνη, που τους ανέβαζε στον ουρανό και τους πέταγε στην κόλαση. Η Γιόλα ήταν ποιήτρια και ζωγράφος που ζούσε στο Παρίσι και ακολουθούσε την γαλλική κουλτούρα των poètes maudits «καταραμένων ειδώλων».

Για αυτή την ομάδα καλλιτεχνών η τέχνη δεν ήταν ένα επάγγελμα, αλλά μια «ιερή κατάρα». Αδιαφορούσαν για τα χρήματα ή τη δόξα, ήταν γεμάτοι πάθη και ζούσαν μια φτωχική συνήθως ζωή, συχνά σε εξαθλιωμένες συνοικίες του Παρισιού όπως τη Μονμάρτρη. Είχαν αυτοκαταστροφική τάση, κινούταν έξω από τα κοινωνικά πρότυπα και ήταν απόλυτα αφοσιωμένοι στην τέχνη τους.

Χρησιμοποιούσαν ουσίες όπως αψέντι και όπιο, ενώ αναζητούσαν ακραίες εμπειρίες με στόχο να «ανοίξουν» το μυαλό τους και να γράψουν. Πίστευαν ότι ο αληθινός καλλιτέχνης πρέπει να υποφέρει για να μπορέσει να δημιουργήσει.

Φωτογραφία Αρχείο Μ. Νταλούκα

Έτσι ήταν και η Γιόλα, όσοι τη γνώρισαν μιλούσαν για μια γυναίκα με σπάνια ομορφιά και αύρα, βαθιά καλλιεργημένη, αλλά με αυτοκαταστροφική τάση.

Η ίδια έλεγε «Εμένα δεν με έβαλε κανείς στην ηρωίνη… το έκανα συνειδητά, στο Παρίσι». Ο Παύλος την ακολούθησε σε αυτή τη βουτιά στο κενό, για να δημιουργήσει.

Έτσι, η σχέση τους μετατράπηκε σε μια συνεχή πάλη μεταξύ δημιουργίας και αυτοκαταστροφής.
Η Γιόλα ήταν η έμπνευση του και η «πόρτα» σε έναν κόσμο από τον οποίο δεν κατάφερε να βγει ποτέ.

Το 1980 η Γιόλα πήρε την απόφαση να «καθαρίσει». Προσπάθησε να το κάνει μαζί με τον Παύλο στο σπίτι της στον Άγιο Κωνσταντίνο, αλλά εκείνος δεν άντεξε. Βλέποντάς τον να κάνει χρήση κρυφά στο μπαλκόνι, κατάλαβε πως αν έμενε μαζί του θα πέθαιναν και οι δύο. Τότε τον εγκατέλειψε για να σωθεί και χώρισαν.

Ο Παύλος δεν ξεπέρασε ποτέ τη Γιόλα, αλλά ούτε την εξάρτηση. Εκείνη παρέμεινε η «μοιραία γυναίκα» της ζωής του. Αυτή που του άνοιξε την πόρτα για έναν κόσμο από τον οποίο δεν μπόρεσε να επιστρέψει ποτέ.

Ηδύλη Τσαλίκη, ο φύλακας άγγελός του

Μετά το 1980 και τη Γιόλα, στη ζωή του μπήκε η τραγουδίστρια Ηδύλη Τσαλίκη. Δεν υπάρχει ακριβής καταγραφή της διάρκειας του δεσμού τους, καθώς η σχέση τους κρατήθηκε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Ωστόσο, από μαρτυρίες προκύπτει ότι πρέπει να ήταν μαζί σχεδόν εννέα χρόνια. Υπάρχουν φωτογραφίες που τους δείχνουν μαζί στη Βαρκελώνη το 1985 ή 1986, όπου συμμετείχαν στη Μπιενάλε Νέων Καλλιτεχνών. Εκείνη την περίοδο η σχέση τους ήταν σε πλήρη άνθηση.

Νίκος Παπάζογλου, Ηδύλη Τσαλίκη, Παύλος Σιδηρόπουλος

Η Ηδύλη υπήρξε ο φύλακας άγγελός του, δίνοντας τιτάνιο αγώνα για να τον κρατήσει στη ζωή και μακριά από τις ουσίες.

Για ένα διάστημα, ο Παύλος έδειχνε να αποτοξινώνεται και να αναγεννάται, να βρίσκει ξανά την ευτυχία και τη δημιουργικότητα του.

Τότε είχε πει έχοντας πλήρη επίγνωση του τέλματος στο οποίο ζούσε.

 

«Πρέζα κάθε λογής μπορείς να βρεις παντού… Με μια διαφορά… Η ηρωίνη σε σκοτώνει!»

 

Ο χωρισμός τους στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αποδείχθηκε μοιραίος. Χωρίς το στήριγμά του, ο Παύλος κύλισε ξανά στο σκοτάδι. Ο χωρισμός αυτός λειτούργησε ως το θλιβερό σύνθημα για την έναρξη της τελικής του πτώσης.

Η κατάρρευση ενός ειδώλου

Μετά τον χωρισμό του με την Ηδύλη, ο Παύλος έμεινε μόνος απέναντι στους δαίμονές του. Η μοίρα, όμως, του επεφύλασσε και πιο σκληρά χτυπήματα. Η απώλεια της μητέρας του, λίγους μήνες αργότερα, τον αποτελείωσε ψυχικά, βυθίζοντάς τον σε μια ανυπόφορη και σκοτεινή κατάθλιψη από την οποία δεν κατάφερε να βγει ποτέ.

Το καλοκαίρι του 1990, το σώμα του άρχισε πλέον να τον προδίδει και το αριστερό του χέρι παρέλυσε. Μια κατάσταση που εμφανίζεται συχνά σε χρήστες ηρωίνης.

Για έναν κιθαρίστα όπως ο Παύλος αυτό δεν ήταν απλώς ένα πρόβλημα, αλλά η απόλυτη κατάντια. Η αδυναμία του να αγγίξει τις χορδές και να παράγει μουσική ήταν για εκείνον ο οριστικός αφοπλισμός και η στέρηση της μοναδικής διεξόδου από τα ναρκωτικά που του είχε απομείνει.

© pavlos-sidiropoulos.gr

Η αρχή του τέλους

Οι τελευταίες του μέρες ήταν σκοτεινές και ταραγμένες. Στις 4 Δεκεμβρίου 1990 πήγε στο στούντιο για να ηχογραφήσει τα φωνητικά του δίσκου «Άντε και καλή τύχη μάγκες». Η όψη του ήταν αποκαρδιωτική, μεθυσμένος, επιθετικός και πολύ καταβεβλημένος. Έπειτα από έναν έντονο καυγά για την κατάστασή του με τους συνεργάτες του, έφυγε οργισμένος, κλείνοντας πίσω του την πόρτα του στούντιο – για τελευταία φορά.

Δύο μέρες αργότερα, στις 6 Δεκεμβρίου, ο «Πρίγκιπας» βρέθηκε νεκρός στο σπίτι μιας φίλης του στο Νέο Κόσμο. Η επίσημη ιατρική γνωμάτευση έκανε λόγο για «ανακοπή καρδιάς από υπερβολική δόση».

Ωστόσο, ο στενός του φίλος και μπασίστας των Απροσάρμοστων, Αλέκος Αράπης, άφησε να εννοηθεί πως ο Παύλος επέλεξε την υπερβολική δόση συνειδητά. Ως κίνηση απελπισίας ενός ανθρώπου που δεν άντεχε πια το βάρος των ναρκωτικών και μιας πορείας που τον είχε εξαντλήσει.

Κηδεύτηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1990, στο κοιμητήριο του Κόκκινου Μύλου στη Νέα Φιλαδέλφεια, παρουσία ελάχιστων επωνύμων αλλά πλήθος κόσμου που είχε κατακλίσει το χώρο για να του πει το τελευταίο αντίο.

Έως και σήμερα ο τάφος του παραμένει σημείο αναφοράς για πολλούς νέους αποδεικνύοντας πως ο «Πρίγκιπας» δεν πέθανε!

Η μοίρα της Γιόλας δεν ήταν διαφορετική

Παρόλο που μετά τον χωρισμό τους το 1980 είχε καταφέρει να μείνει «καθαρή» για αρκετό διάστημα και οι δικοί της δαίμονες επέστρεψαν. Ενώ ήταν δική της η απόφαση να αφήσει τον Παύλο, τελικά ποτέ δεν μπόρεσε να τον ξεπεράσει. Ειδικά μετά τον θάνατο του, το 1990, βυθίστηκε στα χαρτιά της και σε μια απύθμενη εσωστρέφεια και μοναχικότητα.

Φωτογραφία: Μ. Νταλούκας, 2005

Αν και παρέμεινε μια εμβληματική μορφή της μποέμ σκηνής των Εξαρχείων, δεν υπήρξε ποτέ άλλος να αντικαταστήσει τον «Πρίγκιπα» της. Όλα τα χρόνια πάλευε με την εύθραυστη ψυχή της και την υγεία της, με το αλκοόλ και την ηρωίνη.

Μετά τον Παύλο έζησε ως «σκιά» του παρελθόντος της, επιβεβαιώνοντας τον τίτλο της «καταραμένης μούσας» που την ακολούθησε μέχρι το μοναχικό της τέλος το 2005, μέσα στο σπίτι της. Σφραγίζοντας μια σχέση που, αν και ήταν καταστροφική, ίσως ήταν η μοναδική και απόλυτη υπαρξιακή της αλήθεια.

Γιατί ο Παύλος Σιδηρόπουλος θα ξεχωρίζει πάντα

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος δεν ήταν μόνο η μουσική του, ήταν η ψυχή, το ταλέντο και η σκέψη του.

Ήταν ο ευγενικός του χαρακτήρας, που τον εξέπεμπε ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές του.

Ήταν ο άνθρωπος που σε μια συντηρητική εποχή αρνήθηκε να μπει σε καλούπια.

Και ήταν ο άνθρωπος που χρησιμοποίησε την ελληνική γλώσσα στην ροκ μουσική, με έναν τρόπο που κανείς άλλος δεν κατάφερε. Χωρίς να ακούγεται ξένος, χωρίς να ακούγεται δήθεν και παρά την βαριά κληρονομιά του χωρίς να είναι υπερόπτης.

Ήταν ο καλλιτέχνης που τόλμησε στην συντηρητική του εποχή να μιλήσει “για τη ουσία της μουσικής” χωρίς παρωπίδες και κλισέ, και πράγματα που δεν «άγγιζαν»!

Μια ομάδα ανθρώπων με κοινή αισθητική, πολλές ανησυχίες, ποικιλία απόψεων και λάτρεις του lifestyle! • • ҉ • • Design your life! • • ҉ • • Enjoy every moment! • • ҉ • • Discover our world!

Design Magazine
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες των cookies αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησής σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η αναγνώρισή σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπό μας και βοηθώντας την ομάδα μας να καταλάβει ποια τμήματα του ιστότοπου μας θεωρείτε πιο ενδιαφέροντα και χρήσιμα.